Για να σου εξασφαλίσουμε μια κορυφαία εμπειρία, στο site μας χρησιμοποιούμε cookies.

Οι άφθες του στόματος


Οι υποτροπιάζουσες άφθες αποτελούν μία από τις πιο συχνές παθολογικές καταστάσεις του βλεννογόνου του στόματος που ταλαιπωρούν το 5-25% του γενικού πληθυσμού, ενώ στα παιδιά και στους εφήβους αποτελούν τη συχνότερη μορφή ελκώσεων του στόματος, με υψηλότερο ποσοστό προσβολής μεταξύ 10 και 19 ετών.
Οι γυναίκες προσβάλλονται συχνότερα από τους άνδρες και ασθενείς με τη νόσο έχουν ένα επίσης πάσχον μέλος στην οικογένεια σε ποσοστό 30% έως 40%.
Παρά τις πολυάριθμες έρευνες, η αιτιολογία των υποτροπιάζουσων άφθων παραμένει μέχρι σήμερα αδιευκρίνιστη και το πρόβλημα της αντιμετώπισης τους απασχολεί έντονα τόσο τον οδοντιατρικό όσο και ιατρικό κόσμο.
Κλινική εικόνα -Ταξινόμηση: Το κύριο κλινικό χαρακτηριστικό των υποτροπιάζουσων άφθων είναι οι υποτροπές που κυμαίνονται από ημέρες έως και μήνες. Οι βλάβες είναι στρογγυλές ή ωοειδείς, ιδιαίτερα επώδυνες ελκώσεις που εντοπίζονται στα χείλη, στο έδαφος του στόματος, τις παρειές, ενώ δεν αναπτύσσονται στα ούλα.

Ταξινομούνται σε τρεις μορφές:
Μικρές άφθες, που αποτελούν τη συχνότερη ποικιλία και απαντώνται στο 70-87% των ασθενών. Η διάμετρος τους δεν ξεπερνά το 1 εκ. και επουλώνονται σε δέκα έως δεκατέσσερις ημέρες.
Μεγάλες άφθες, που απαντώνται στο 7-20% των περιπτώσεων, η διάμετρος τους ξεπερνά το 1 εκ. και επουλώνονται σε εβδομάδες ή και σε μήνες, κατά-λείποντας ουλή.
Ερπητόμορφα έλκη, που απαντώνται στο 7-10% των  περιπτώσεων, η διάμετρος τους δεν ξεπερνά τα 3 χιλ.  και εμφανίζονται με τη μορφή μικροσκοπικών ελκώσεων, που συρρέουν σε ομάδες παρόμοιων με αυτών της ερπητικής στοματίτιδας.
Aιτιολογία: Παρά την συστηματική έρευνα η νόσος παραμένει ιδιοπαθής και η ακριβής αιτιολογία άγνωστη. Είναι όμως σαφές ότι η νόσος έχει ανοσολογικό υπόβαθρο.
1. Τοπικοί παράγοντες
Α) Τραύμα: Τραυματισμός του στοματικού βλεννογόνου, ποικίλης αιτιολογίας, όπως από βελόνα τοπικής αναισθησίας, σκληρές τροφές, σκληρή οδοντόβουρτσα, οξύαιχμα δόντια, μπορεί να προκαλέσει την εμφάνιση άφθων σε ευπαθή άτομα.
Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις ασθενών με υποτροπιάζουσες άφθες, η εμφάνιση των οποίων δεν σχετίζεται με τραυματισμό, όπως επίσης και οι νωδοί ασθενείς (χωρίς δόντια) δεν συνηθίζουν να εμφανίζουν άφθες κάτω από τις οδοντοστοιχίες τους.
Β) Κάπνισμα: Είναι χαρακτηριστικό ότι οι άφθες είναι σπανιότερες σε άτομα που καταναλώνουν καπνό, με οποιαδήποτε μορφή. Έχει διαπιστωθεί μια άποψη ότι η νικοτίνη, η οποία απορροφάται από το βλεννογόνο, παίζει ρόλο στην πρόληψη εμφάνισης των άφθων.
2. Συστηματικοί παράγοντες
Α) Γενετικοί: Η εμφάνιση των άφθων φαίνεται ότι σχετίζεται με ένα θετικό οικογενειακό ιστορικό. Γενετική προδιάθεση φαίνεται ότι υπάρχει σε ορισμένες ομάδες ασθενών και συνδέεται με τη φυλετική τους προέλευση.
Β) Λοιμογόνοι: Η εμπλοκή διαφόρων μικροβιακών παραγόντων, όπως στρεπτόκοκκων και ερπητοϊών στην παθογένεια των άφθων δεν είναι σαφής.
Γ) Ορμονικοί: Η εμφάνιση των άφθων κατά την εμμηνόπαυση, την εγκυμοσύνη και την έμμηνο ρύση δεν έχει τεκμηριωθεί, ενώ η χορήγηση ορμονών δεν φαίνεται να επιδρά στην εμφάνιση των βλαβών.
Δ) Αλλεργικοί: Αρκετοί ασθενείς με υποτροπιάζουσες άφθες παρουσιάζουν αλλεργία σε χρωστικές και συντηρητικές ουσίες τροφίμων και η αποφυγή των υπεύθυνων ουσιών έχει σαν αποτέλεσμα τη βελτίωση ή και εξαφάνιση των βλαβών.
Ε) Stress: Τέλος, το Stress έχει θεωρηθεί σαν βασικός παράγοντας για την εμφάνιση των άφθων, αν και νεότερες μελέτες δεν συνηγορούν υπέρ αυτής της άποψης.
3. Συστηματικά νοσήματα που συνοδεύονται από έλκη που μοιάζουν με άφθες
Τα άτομα που παρουσιάζουν άφθες είναι συνήθως υγιή, όμως συστηματικά νοσήματα , όπως το σύνδρομο Αδαμαντιάδη-Behcet, Reiter, αιματολογικές διαταραχές (ουδετεροπενία), νοσήματα του λεπτού εντέρου (νόσος του Crohn, ελκωτική κολίτιδα, εντεροπάθεια από γλουτένη) HIV- λοίμωξη, το σύνδρομο FAPA και Sweet συνδέονται με την εμφάνιση ελκών που μοιάζουν.
Θεραπευτική αντιμετώπιση: Δεν υπάρχει ειδική θεραπευτική αγωγή για τις άφθες.
Γενικότερα διακρίνεται σε:
Α) Έλεγχο των πιθανών αιτιολογικών παραγόντων. Αποφυγή τραυματισμού του στόματος, έλεγχος του stress και ορμονικών μεταβολών.
Β) Τοπική αγωγή. Κορτικοστεροειδή (κρέμα / αλοιφή). Η τοπική εφαρμογή κορτιζόνης φαίνεται ότι αποτελεί το βασικό άξονα για τη θεραπευτική αντιμετώπιση των άφθων. Τοπική εφαρμογή στο έλκος κορτιζονούχου αλοιφής σε κολλώδη βάση (Orabase)  που επιτρέπει την προσκόλληση της στο στοματικό βλεννογόνο, τρεις έως έξι φορές ημερησίως, για 4-6 ημέρες, βοηθάει στη γρήγορη επούλωση των ελκών. Σε μεγάλα επώδυνα έλκη μπορεί να εφαρμοσθεί η ενδοβλαβική έγχυση κορτικοστεροειδών με πολύ καλά αποτελέσματα.
Γ) Συστηματική αγωγή. Η χορήγηση κορτιζόνης σε μικρές δόσεις για μία εβδομάδα έως 10 ημέρες μπορεί να εφαρμοστεί σε περιπτώσεις μεγάλων ή πολλαπλών άφθων ή σε περιπτώσεις όπου καινούργια έλκη εκδηλώνονται  χωρίς να έχουν ήδη επουλωθεί τα παλαιότερα.
Συμπερασματικά
Σαν γενικός κανόνας, ασθενείς με μια μεμονωμένη  ή μικρό αριθμό άφθων φαίνεται να απαντούν καλά σε τοπική αλοιφή κορτιζόνης ενώ η συστηματική χορήγηση κορτικοστεροειδών σε μικρές δόσεις κρίνεται αναγκαία σε περι-πτώσεις με πολλαπλά έλκη που επιμένουν για μακρό χρονικό διάστημα και παρουσιάζουν υψηλό ρυθμό  υποτροπών.       
Βιβλιογραφία: Αλεξάνδρα Σκλαβούνου – Ανδρικοπούλου Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Στοματολογίας Οδοντιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών